Πότε ήταν η τελευταία φορά που βρήκατε στη βεράντα του σπιτιού σας στην πόλη φωλιά χελιδονιών; Πότε κοιμηθήκατε τελευταία φορά στο μπαλκόνι το καλοκαίρι;
Για μένα πάει πάνω από 15ετία. Ίσως και πάνω από εικοσαετία τώρα που το σκώπτομαι.
Δεν ξέρω αν ο λόγος που τα χελιδόνια δε θυμάμαι πλέον ούτε πως είναι , το γεγονός ότι γκρεμίζαμε τις φωλιές τους όταν έφευγαν ή επειδή δεν τους αρέσουν οι πόλεις, αλλά μου έχουν λείψει. Κι αυτά κι οι φωλιές τους. Όλως περιέργως τότε δε μας ενοχλούσαν οι κουτσουλιές των πουλιών για να κρεμάμε CD και να βάζουμε κάγκελα μυτερά. Ίσα ίσα από πολλούς τα πουλάκια θεωρούνταν γούρι (κι οι κουτσουλιές τους ναι!).
Θυμάμαι επίσης αμυδρά την τελευταία φορά που ο πατέρας μου, μου έδειχνε στον βραδινό ουρανό τους αστερισμούς και συγκεκριμένα τη μεγάλη Άρκτο και κάποια άλλα και μου έλεγε ιστορίες. Κι αυτό δε γινόταν σε κανένα χωριό αλλά στην πόλη! Ναι στην πόλη! Ήμουνα δημοτικό, άντε πρώτη Γυμνασίου. Θυμάμαι και πολλά πεφταστέρια! Την τελευταία φορά που είδα βραδινό ουρανό φωτισμένο απ’ τα’ αστέρια του και πολλά απ’ αυτά να τον εγκαταλείπουν ήταν τον Ιούνιο του 1997 στην Πάρο, μόλις είχα τελειώσει Πανελλήνιες.
Θυμάμαι ακόμα πως κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα, μπαλκονόπορτες και παντζούρια. Μη σας πω πως κοιμόμασταν και στο μπαλκόνι κάποιες φορές τα βράδια! Ή απλά βλέπαμε τηλεόραση στο μπαλκόνι! Θυμάμαι το τραγούδι των τζιτζικιών που κανέναν δεν εκνεύριζε, αλλά έδινε τη νότα του καλοκαιριού. Θυμάμαι με δυσκολία τους ήχους της φύσης τη νύχτα…
Θυμάμαι ακόμα και τις γεύσεις του καλοκαιριού τόσο διαφορετικές. Η γεύση και το σχήμα της ντομάτας ή του καρπουζιού! Μπορεί να γελάτε αλλά ήταν πραγματικά διαφορετικά! Όποιος δεν τα έχει γευτεί δεν μπορεί να καταλάβει τι διαφορά! Το μόνο ίσως που μπορώ να πω για να καταλάβετε είναι πως τώρα είναι άγευστα και χωρίς μυρωδιά. Κάποτε κόβαμε σαλάτα ή φρούτα και μοσχοβολούσε το σπίτι από αρώματα. Για να μην αναφερθώ στα λουλουδάκια που φύτρωναν σε κήπους και χωράφια (υπήρχαν πολλά τότε), όπως και τα χαμομηλάκια (λάθος εποχή;)! Μέχρι και πρόβατα περνούσαν μπροστά απ’ το σπίτι μου!
Όποτε θέλαμε να μιλήσουμε με τις γειτόνισσες βγαίναμε στα μπαλκόνια ή τους κήπους και φωνάζαμε και μας άκουγαν! Τα μεσημέρια που ξαπλώναμε όλα ήταν ήσυχα, βάφονταν απ’ το χρυσό χρώμα του ήλιου κι ένα νοσταλγικό αεράκι κουνούσε νωχελικά τις κουρτίνες λες κι ήθελε να με νανουρίσει. Και μετά τη μεσημεριανή σιέστα μαζευόμασταν τα παιδιά στους δρόμους και τις αλάνες της γειτονιάς για παιχνίδι, αφού ούτε πολλά αυτοκίνητα υπήρχαν, ούτε κίνδυνος να μας αρπάξει κανείς μιας κι όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας.
Πόσο μου λείπουν όλα αυτά! Είναι λες και ζούσα αλλού ενώ μένω εδώ και 32 χρόνια στο ίδιο μέρος. Αλλά δεν το αναγνωρίζω πια… Τριάντα δύο χρόνια. Μέσα σε λιγότερο από είκοσι έχουν αλλάξει όλα. Κι ειδικά τα καλοκαίρια.
Σχόλια